Ο Πειραιάς,ο Νταβέλης και η  Κόμισα Μπανκόλι  

 

      H   Αγγλογαλλική  Κατοχή  του Πειραιά  και της  Αθήνας,  από το Μάιο του 1854  ως   το 1857,  σαφώς σημάδεψε την ιστορία  της περιοχής  και  κυρίως τη ζωή  της παραλάσσιας πόλης, αφού με  την άφιξη  των  Αγγλογαλλικών  πλοίων  στο λιμάνι, και των ανδρών που επέβαιναν σ αυτά, συνέβαιναν  διάφορα, πέρα από τις πολιτικές και διπλωματικές δραστηριότητες, που δεν θα γινόντουσαν αν τα πράγματα  είχαν εξελιχθεί  διαφορετικά.

       Τότε η αγορά του Πειραιά, κυρίως τα κέντρα υποδοχής, φρόντισαν να μπορούν να εξυπηρετήσουν την πελατεία τους. Ακόμη οργανώθηκε καλύτερα  το πρώτο επίσημο   σπίτι, που είχε ιδρυθεί το 1952,  ο   πρώτος    με άδεια   της   Αστυνομίας οίκος   ασωτίας, για  την εξυπηρέτηση  των στρατιωτών και  των     πληρωμάτων  των   ξένων  στόλων. 

 

                                       Η κατάληψη του Πειραιά       πλοία                             και    στρατόπεδο

       Η στάση του Όθωνα, ο οποίος ήθελε να αναλάβει εκστρατεία στη Θεσσαλία, οδήγησε στην ταπεινωτική Αγγλογαλλική Κατοχή, που έγινε με πρόσχημα εξαναγκασμού της Ελλάδος σε ουδετερότητα κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, και επισώρευσε πολλά δεινά στον τόπο, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και η τρομερή επιδημία της χολέρας (1854 - 1855).

 

                                             Πειραιάς 1850        

     Τα  χρόνια αυτά δήμαρχοι στον Πειραιά ήταν ο Πέτρος   Όμηρίδης - Σκυλίτσης  24.11.1848- Ιουλ.1854, ο  Σωτήριος Ρετσινόπουλος (Δημαρχεύων) Ιουλ.  1854-15.06.1855 και  ο  Λουκάς Ράλλης 16.06.1855-19.04.1866.

      Της Αγγλογαλλικής Κατοχής είχε προηγηθεί  ο αποκλεισμός του Πειραιά από του Αγγλους το 1850.

    Η κατοχή του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους και τα άλλα πολιτικά διπλωματικά γεγονότα, προκάλεσαν την καταστολή του αγώνα του 1854  που είχε αρχίσει ο Οθωνας. Όμως η  αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως το 1857, ενώ ο Κριμαϊκός  πόλεμος είχε λήξει με τη συνθήκη ειρήνης του Παρισιού (Μάρτιος 1856). Ο απελευθερωτικός κι αυτός αγώνας δυστυχώς, δε δικαιώθηκε και η σκλαβιά συνεχίστηκε.

      Ετσι η ζωή στον Πειραιά και στην Αθήνα επηρεαζόταν ανάλογα.

     Τον Οκτώβριο του  1856 οι εκλογές έγιναν υπό τη σκιά της Αγγλογαλλικής Κατοχής και της επιδημίας χολέρας, που μεταδόθηκε στους κατοίκους Πειραιά και Αθήνας από τα ξένα στρατεύματα. Πλειοψήφησαν οι φιλοβασιλικοί υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη, γνωστό και ως Τζουμπέ, ενώ δεν έλειψαν οι καταγγελίες για νοθεία.

 

                               Οι  λήσταρχοι της περιοχής

 

     Η Αγγλογαλλική Κατοχή συνδέθηκε και με γεγονότα στα οποία  πρωταγωνίστησαν ληστές, όπως ο Αραχωβίτης Ιωάννης Μέγας, μετέπειτα υπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, ο λήσταρχος Νταβέλης ή Χρήστος  Νάτσος (1832-1856) και τα.παλικάρια του ο Κακαράπης, ο  Καλαμπαλίκης, ο Τσιμπουκλάρας, ο Φουντούκης, ο Ντελής, ο Ζαφείρης, ο καπετάν Σερεβέτας, ο λήσταρχος Μπίμπισης και άλλοι  που λυμαίνονταν την Αττική, Αθήνα, Πειραιά, περίχωρα, αλλά και όλη τη Βοιωτία και την Εύβοια.

      Η δράση τους δεν περιοριζόταν σε ληστείες αλλά περιλάμβανε, απαγωγές αλλά και σκοτωμούς, πολλές φορές με πολύ σκληρό τρόπο και πολλές απώλειες.

      Την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου και της Αγγλογαλλικής κατοχής στην Αθήνα και τον Πειραιά, πολλοί ληστές αμνηστεύτηκαν για να περάσουν τα σύνορα και να πολεμήσουν δίπλα στους επαναστατημένους Θεσσαλούς και Ηπειρώτες.

        Ο Νταβέλης, 24 ετών, δεν αμνηστεύθηκε.  

       Εκείνο τον καιρό γνωρίστηκε σε ένα πανδοχείο με τον περίφημο Ιωάννη Μέγα, υπολοχαγό του Πεζικού - και πρώην ληστή - με τον οποίο έγιναν αδελφικοί φίλοι. Οι δυο τους αλληλοεξυπηρετιόντουσαν σε διάφορες δουλειές.

       Κάποια στιγμή ήρθε  η ώρα  να εκπληρώσει ο Νταβέλης  μια υπόσχεση που είχε δώσει στο φίλο του Γιάννη Μέγα :

       Να αιχμαλωτίσει και να του παραδώσει την  παντρεμένη  πανέμορφη Ιταλίδα Κόμισσα Μπανκόλι, την οποία ο Μέγας είχε ερωτευθεί παράφορα αλλά εκείνη τον απέρριψε.

      Ο Νταβέλης μπήκε κρυφά στο σπίτι της Κόμισσας και αφού την καθησύχασε από την ταραχή της, βλέποντας τον να εισβάλλει στο δωμάτιο της, την παρότρυνε να φύγει μαζί με τον άντρα της γιατί την κυνηγούσε ο Μέγας.  Κάποιες φήμες αναφέρουν ότι ο Νταβέλης  κοιμήθηκε μαζί της.

     Έτσι και έγινε. Το ζεύγος ετοίμασε τις αποσκευές του και ήταν έτοιμο να  αναχωρήσει με καράβι από τον Πειραιά για την Ιταλία.

      Όταν το έμαθε αυτό ο Μέγας εξοργίστηκε και έστειλε μήνυμα στον Νταβέλη να την απαγάγει επειγόντως όπως  του  είχε υποσχεθεί.

      Δύο μέρες πριν την αναχώρηση της Κόμισσας, ο Νταβέλης με πολυπληθή συμμορία εμφανίστηκε στην περιοχή μεταξύ Δαφνίου, Πειραιά και Αθηνών, κάπου στην περιοχή της Νίκαιας-Ρέντη. Στρατιωτικά αποσπάσματα έσπευσαν να τον καταδιώξουν αλλά....ο Νταβέλης  είχε  εξαφανιστεί.    

      Το νέο είχε διαδοθεί  στα καφενεία  του Πειραιά και  της Αθήνας  που οι θαμώνες άρχισαν να μιλούν με δέος και θαυμασμό για τον περιβόητο ληστή που  θα  είχε την τόλμη να απαγάγει μια Ιταλίδα κόμισα.

     Τη νύχτα, πριν από την αποχώρηση της Ιταλίδας Μπανκόλι  από τον Πειραιά,  ο Νταβέλης με τους 70 συντρόφους του έκαναν συμβούλιο για το τι θα έπρατταν.

     Ολόκληρος ο στρατός ήταν σε ετοιμότητα  διότι  πίστευε   ότι ο λήσταρχος θα επιχειρούσε την απαγωγή της Κόμισας. Και δεν ήταν μόνο αυτοί  που αγωνιούσαν, αλλά και οι   Γάλλοι  τους οποίους ο Νταβέλης μισούσε θανάσιμα γιατί επιθυμούσαν να θρονιαστούν   στη χώρα του.

      Το συμβούλιο κατέληξε στην απόφαση να αντιμετωπίσουν το στρατό  πρόσωπο με πρόσωπο αν τους έκανε επίθεση. Δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να το σκάσουν.

 

                     Η απαγωγή του Γάλλου  αξιωματικού

 

      Για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα ο Νταβέλης είπε στους συντρόφους του ότι θα απαγάγουν το μεγαλύτερο αξιωματικό των Γάλλων  που βρισκόντουσαν στο λιμάνι του  Πειραιά  και θα  έπαιρνε μέρος στην επίθεση. Αυτό θα'χε σαν αποτέλεσμα να φύγουν μια για πάντα οι ξένοι από τη χώρα.

    Το "θράσος" του Νταβέλη να εμφανίζεται στην Αθήνα ανησύχησε τους πολίτες, ανησύχησε τις ξένες πρεσβείες που τρέμανε για την ασφάλεια της ζωής των υπηκόων τους, και έφτασε να ανησυχήσει σε τεράστιο βαθμό και τον ίδιο τον Όθωνα.

                                                      

        Ο βασιλιάς κάλεσε στα ανάκτορα τον Γιάννη Μέγα και τον διέταξε -χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι είναι φίλοι - να αναλάβει αποκλειστικά και με δική του ευθύνη την καταδίωξη του Νταβέλη.

         Όμως στα αυτιά της Αμαλίας είχε φτάσει η πληροφορία ότι ο Μέγας διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Νταβέλη και άρχισε να του κάνει περίεργες ερωτήσεις. Αλλά ο Μέγας, πολύ πονηρός ήξερε καλά τι να απαντήσει. Η θέση του Μέγα ήταν πολύ δύσκολη πλέον. Σαν αξιωματικός θα επέτρεπε να αιχμαλωτιστεί   μια ευγενής ξένη; Θα επέτρεπε στον Νταβέλη να φύγει παίρνοντας μαζί και την αιχμάλωτο που ο ίδιος τόσο πολύ ποθούσε  και που πίστευε ότι τάχε φτιάξει  με τον Νταβέλη;

       Αποφάσισε να χτυπήσει ο ίδιος τους ληστές.

       Στο μεταξύ μια νέα είδηση διαδόθηκε αστραπιαία στην Αθήνα.Η είδηση ότι ο Νταβέλης με 72 ληστές θα έκανε εισβολή στην πρωτεύουσα αψηφώντας τους πάντες, για να απαγάγει τον Υπουργό των Στρατιωτικών.

      Και ενώ αυτή ή είδηση ήταν το αντικείμενο συζήτησης όλων, νέα είδηση συγκλόνισε την πρωτεύουσα :

       Οτι ο Νταβέλης συνέλαβε έξω από το Δαφνί τον αρχηγό του Γαλλικού αποσπάσματος, λοχαγό Μπερτώ.

       Και δεν εμφανίστηκε καθόλου κατά την αναχώρηση της Μπανκόλι και του συζύγου της  στο λιμάνι του Πειραιά.

       Η συμμορία διανυκτέρευσε μαζί με τον λοχαγό στο  διπλανό  δάσος και το πρωί αναχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση.

       Στο μεταξύ οι ληστές έστειλαν γράμμα που έλεγε ότι ζητούσαν 30.000 φράγκα για την απελευθέρωση του αιχμαλώτου και ότι έπρεπε η Κυβέρνηση να δώσει διαταγή να αποσυρθούν όλα τα στρατιωτικά αποσπάσματα.

 

                       Σκορπώντας τον τρόμο και το  θάνατο

 

        Και έτσι έγινε. Το όνομα του Νταβέλη άρχισε πλέον να επικρατεί πάνω σε όλα τα ονόματα των μέχρι τότε διάσημων ληστών  που δρούσε πλέον σκορπώντας τον τρόμο και το  θάνατο. Με ληστείες, απαγωγές, σκοτωμούς.

     Παρ όλα  αυτά ο  Χρήστος Νταβέλης είχε γίνει πρόσωπο αμφιλεγόμενο και ως ένα σημείο λαοφιλής  από τη δράση του κατά  της Αγγλογαλλικής Κατοχής σε Πειραιά και  Αθήνα.  Και αντικείμενο συζητήσεων και συζητήσεων.

      Από την άλλη πλευρά ο  Όθωνας έφτασε στο σημείο να φοβάται ότι θα μπορούσε  να αιχμαλωτιστούν αυτός και η γυναίκα του  από τον  ασύλληπτο  λήσταρχο.

       Όταν ζήτησε τη βοήθεια του Ιωάννη Μέγα, τον πρόλαβε ο υπουργός και του είπε ότι είχε πληροφορίες για συνεργασία του Μέγα με τον Νταβέλη. Ο Όθωνας όμως δεν τον πίστευε γιατί δεν υπήρχαν αποδείξεις.

        Την ίδια περίοδο έκανε την εμφάνιση του ένας Ιταλός απεσταλμένος της Κόμισσας Μπανκόλι τον οποίο η ίδια έστειλε  στην Ελλάδα για να πάρει μαζί του τον Νταβέλη και να τον πάει στην Ιταλία.

        Ο Ιταλός πήγε στο ξενοδοχείο Μασσαλία της Αθήνας όπου διέμενε η κόμισσα και ζήτησε την βοήθεια από έναν υπηρέτη του ξενοδοχείου για να βρει τον λήσταρχο. Δικαιολογήθηκε ότι ήθελε να τον πάρει μαζί με τα παλικάρια του στην Ιταλία για να πολεμήσει εναντίον του Πάπα !!! - Στο ξενοδοχείο  αυτό πέθανε από συμφόρηση στις 14 Αυγούστου  του 1921  ο πρωτοπόρος δημοσιογράφος  και  ανεξάρτητος  βουλευτής Ηλείας Αριστείδης Γκριμούτης (1860-1921)

        Στην πραγματικότητα  η Κόμισσα ήθελε να τον παντρευτεί αφού ο άντρας της είχε πεθάνει από χολέρα.

       Ο υπηρέτης γνώριζε μια κοπέλα, η οποία υπέθαλπε τον Νταβέλη και για αυτό το λόγο βρισκόταν στη φυλακή. Πήγε  και την επισκέφθηκε λέγοντάς της ότι τον έστειλε ο ίδιος ο Νταβέλης για να την ελευθερώσει. Αυτό θα γινόταν αφού πρώτα του έλεγε η κοπέλα που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή ο ληστής. Εκείνη ανυποψίαστη του είπε ότι η συμμορία βρισκόταν στο Μοναστήρι της Πεντέλης.

      Ύστερα ο υπηρέτης έφυγε για την Πεντέλη όπου βρήκε το  μοναχό Αγαθόνικο και του έδωσε πολλά χρήματα για να του μαρτυρήσει το κρησφύγετο του Νταβέλη. Κατάφερε και πήρε αρκετές πληροφορίες. Ο Νταβέλης βρισκόταν κάπου στο Δαφνί.

       Ο Ιταλός συναντήθηκε με τον Νταβέλη και εκείνος δέχτηκε μετά χαράς να πάει στην Ιταλία και να συγκρουστεί με τον Πάπα. Ο Νταβέλης κάλεσε σε σύσκεψη τον Καλαμπαλίκη και τον Φουντούκη και τους είπε ότι πρέπει να εισβάλλουν το γρηγορότερο στην Αθήνα προκειμένου να πάρουν την αμνηστία.

 

                          Ο Σμολένσκης στον Πειραιά

 

        Αργότερα έμαθε από το  σύντροφό του τον Στράτσο, ότι ο υπουργός των Στρατιωτικών Σμολένσκης τον οποίο είχε από καιρό βάλει στο μάτι ο Νταβέλης, θα πήγαινε στον Πειραιά. Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα.

        Μια συμμορία μόλις 80 ατόμων έπρεπε  να συγκρουστεί με 2000  στρατιώτες έτοιμους να τους υποδεχθούν με λόγχες και σφαίρες.

        Ο Καλαμπαλίκης προσπάθησε να αλλάξει γνώμη στον Νταβέλη να μην εισβάλλουν στην Αθήνα γιατί τα αποτελέσματα θα ήταν οδυνηρά για αυτούς.Ο Νταβέλης εντελώς ψυχρά και αδιάφορα έδωσε την οριστική απάντηση στον σύντροφο του.  

        Λίγο πριν το ξημέρωμα, η συμμορία εγκατέλειψε το λημέρι της και κατευθύνθηκε προς την Αθήνα.

        Στρατοπέδευσε  Ερμού και Πειραιώς, στο Θησείο,  χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανένα. Ολόκληρη την ημέρα εκείνη η συμμορία έμεινε μέσα σε ένα αχυρώνα.Ηρθε η νύχτα. Ο Νταβέλης τοποθέτησε την συμμορία στα κατάλληλα σημεία και έστειλε οδηγίες και στα άλλα τμήματα της συμμορίας που είχαν χωριστεί.  

         Οταν ήρθε η ώρα πολλές άμαξες  από τα βάθη της οδού Πειραιώς , προς την Ομόνοια,  άρχισαν να πλησιάζουν.

         Την πρώτη επίθεση προς τους αμαξηλάτες έκανε ο Νταβέλης, ενώ συγχρόνως έκαναν την εμφάνιση τους μέσα από το δάσος οι ληστές με κραυγές, ουρλιαχτά και βρισιές.

         Ήταν δέκα άμαξες. Σε κάθε μία από αυτές υπήρχαν μέχρι και τέσσερις επιβάτες και οι περισσότεροι από αυτούς οπλισμένοι.Αλλά ούτε ένας από αυτούς δεν τόλμησε να αντισταθεί στους ληστές.   

        Στη θέα του ληστή μαρμάρωσαν οι πάντες από τον τρόμο. Ο Νταβέλης τους διέταξε να κατέβουν όλοι κάτω.

        Για κακή του τύχη όμως, ο υπουργός δεν βρισκόταν σε καμία άμαξα. Για λόγους ασφαλείας είχε πάει στον Πειραιά από άλλο δρόμο.

        Οργισμένος ο Νταβέλης πήρε μαζί του 27 αιχμαλώτους, όλοι άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας. Έπειτα τους έβαλε στις άμαξες μαζί και η συμμορία και κατευθύνθηκαν προς το Δαφνί. Οι ληστές αν και δεν βρήκαν τον υπουργό, έμειναν ικανοποιημένοι από τη σύλληψη των 27 ατόμων. Καθώς οι άμαξες πήγαιναν προς το Δαφνί, ο αμαξηλάτης σταμάτησε και είπε στον Νταβέλη ότι μπροστά τους βρισκόταν μια Γαλλική περίπολος. Ο Νταβέλης ατάραχος και αδιάφορος του είπε να συνεχίσει και να μη τον νοιάζει.

          Κατέβηκε από την άμαξα και έδωσε οδηγίες για  επίθεση από όλες τις άμαξες (!) στις οποίες επέβαιναν οι ληστές.

          Ακολούθησε ένα  λουτρό αίματος με γιαταγάνια, λόγχες και ντουφέκια να θερίζουν κορμιά. Το Γαλλικό απόσπασμα πνίγηκε κυριολεκτικά στο αίμα, αλλά επειδή ο ήχος των πυροβολισμών θα προκαλούσε την έφοδο των άλλων αποσπασμάτων, η συμμορία αναγκάστηκε να απομακρυνθεί. Και έτσι έφυγαν για την πεδιάδα των Σεπολίων. Αργότερα επέστρεψαν στο Πικέρμι μαζί με τους αιχμαλώτους για τους οποίους ζητούσαν 7.000 τάλιρα για να τους ελευθερώσουν.

         Τα νέα δεν άργησαν να φθάσουν και στα αυτιά του Γάλλου ναύαρχου στο λιμάνι του Πειραιά ο οποίος εξοργισμένος πήγε να συναντήσει το Βασιλιά για να βρεθεί επιτέλους μια λύση.

         Ο ναύαρχος προθυμοποιήθηκε να παραχωρήσει ολόκληρο το Γαλλικό στρατό προκειμένου να εξοντωθεί ο Νταβέλης.

 

                     Το κεφάλι του Νταβέλη ή το δικό σου

 

        Την ώρα όμως που συζητούσαν, εμφανίστηκε η Βασίλισσα Αμαλία η οποία είπε να μην αναμιχθεί καθόλου ο Γαλλικός στρατός και ότι ο μόνος που ήταν ικανός να σκοτώσει τον Νταβέλη ήταν ο Ιωάννης Μέγας.

       Ήταν τόσο σίγουρη ώστε τους είπε ότι εντός των 15 ημερών ο Νταβέλης θα έχει σκοτωθεί και αποκεφαλιστεί. Η Αμαλία είχε αποδείξεις ότι ο Μέγας ήταν φίλος του Νταβέλη και τον απείλησε ότι αν δεν πάρει το κεφάλι του λήσταρχου θα στείλει η ίδια τον Μέγα στη λαιμητόμο. Ο Μέγας τρομοκρατήθηκε και της υποσχέθηκε ότι εντός ενός μηνός θα είχε σκοτώσει τον Νταβέλη.

        Ετσι άρχισε η τελική καταδίωξη του λήσταρχου από τον Γιάννη Μέγα.  

        Στην αρχή απέτυχε παταγωδώς. 

       Χρησιμοποίησε πολλά τεχνάσματα, ώσπου κατόρθωσε να μάθει τον τρόπο που ο λήσταρχος αλληλογραφούσε με τη Μπανκόλι, που η τελευταία ήταν στην Ιταλία.

       Όταν εκείνη του έστειλε γράμμα, ότι ένα καράβι ναυλωμένο από εκείνη θα φτάσει κοντά στο Ζεμενό να παραλάβει το Νταβέλη και τα παλικάρια του, ο Μέγας κατόρθωσε και πήρε το γράμμα στα χέρια του και να μάθει τα σχέδια τους.

      Άφησε, όμως,  να φτάσει το γράμμα στα χέρια του Νταβέλη στήνοντάς του ταυτόχρονα και παγίδα.

      Έτσι η πολυπόθητη αναχώρηση από την Ελλάδα έγινε η παγίδα του. O Μέγας με τεράστιες δυνάμεις, ενισχυμένες και από χωριάτες που τους είχε στρατολογήσει ένας προύχοντας που η κόρη του είχε καταφύγει στη συμμορία του Νταβέλη και είχε γίνει η αγαπητικιά του, παρά τον άγραφο νόμο του λήσταρχου και όλων των άλλων ληστών να μη πιάνουν αγαπητικιές, έστησε ενέδρα στο Ζεμενό.

 

                         Το τέλος του Νταβέλη και του Μέγα

 

       Εγινε σκληρή μάχη, κι όταν  ο Νταβέλης   είδε πως δε γλυτώνει πια, γιατί είχε κυκλωθεί από τεράστιες δυνάμεις, και ότι πολλοί δικοί του είχαν προ πολλού σκοτωθεί, έστειλε τη κοπέλα που είχε δίπλα του στο πατέρα της που ήταν με το πλευρό των αντιπάλων. Αφού είχε μείνει μόνος του και έβλεπε πως η αντίσταση μειωνόταν αισθητά και έρχονταν το τέλος, προκάλεσε το Μέγα σε μονομαχία.
      Ο Μέγας δέχτηκε τη πρόκληση. Πώς θα μπορούσε να πει όχι, αφού στη τελευταία συνάντηση που είχε με την Αμαλία, του είχε πει πως αν δεν έπαιρνε το κεφάλι του Νταβέλη τότε θα έπαιρναν το δικό του;

      Ο Μέγας πλησίασε εκεί που είχε οχυρωθεί ο Νταβέλης. Το ταμπούρι του Νταβέλη το είχαν κυκλώσει από παντού οι δυνάμεις του Μέγα.

       Σηκώθηκε ο Νταβέλης να χτυπηθούν, αλλά εκείνη τη στιγμή κάποιοι τον πυροβόλησαν και έπεσε βαριά πληγωμένος. Πλησίασε ο Μέγας να του πάρει το κεφάλι  με το σπαθί, όπως συνηθιζόταν. Ο Νταβέλης είχε πέσει μπρούμυτα κρατώντας τη γεμάτη μπιστόλα του. Είπε λοιπόν στο Μέγα:

       -Σε σένα, ορέ, ταιριάζει να πάρεις το κεφάλι μου κι όχι σε άλλον.

         Πάει κοντά να τον αποκεφαλίσει ο Μέγας, αλλά ο Νταβέλης τον πυροβόλησε λέγοντας του:

        -Ούτε ο Νταβέλης στα βουνά , ούτε κι ο Μέγας στα παλάτια!.

       Έπεσε δίπλα του και ο Μέγας άσχημα πληγωμένος. Οι δύο μελλοθάνατοι τράβηξαν τα κοντομάχαιρα και συνέχισαν  να αλληλοκαρφώνονται μέχρι που ξεψύχησαν και οι δύο.

       Πηγή: http://konstantinosdavanelos.blogspot.com/2009/06/blog-post_7812.html

 

         Ύστερα από πολύωρη μάχη, στις 12 Ιουλίου 1856, στο λόφο του Ζεμενού που είχε  οχυρωθεί η συμμορία, εξοντώθηκαν όλα τα μέλη της. Ανάμεσά τους κι ο Νταβέλης, αρκετοί χωροφύλακες κι ο Μέγας.

        Το κεφάλι του Νταβέλη καρφώθηκε  σε ένα κοντάρι που κρατούσε ψηλά ένας χωροφύλακας, και το έφεραν και το έστησαν στη πλατεία Συντάγματος. Ήταν το 1856. Εκείνο το καλοκαίρι έμεινε εκεί  να το βλέπει ο κόσμος.  

       Όλα του ταπαλικάρια του Νταβέλη σκοτώθηκαν στην μάχη ή αιχμαλωτίστηκαν και αργότερα οδηγήθηκαν στην κρεμάλα εκτός από τον αποτρόπαιο Κακαράπη (Λουκά Μπελούλια από το Κυριάκι Λιβαδειάς), που κανένας δεν έμαθε τι απέγινε και μέχρι και σήμερα οι κυνηγοί των θησαυρών ακολουθούν τις φήμες που λένε ότι ο Κακαράπης σώθηκε και λίγο πριν πεθάνει από βαθιά γεράματα άφησε χάρτες με τα μέρη που ο Νταβέλης έκρυβε τους θησαυρούς του!

 

                                                                                  Βασίλης  Κουτουζής

                                                                                Δημοσιογράφος ερευνητής

                                                                                                                   13-12-10

KOUTOUZIS.GR  Αναδημοσίευση  επιτρέπεται μόνο με αναφορά στην πηγή  www.koutouzis.gr .

 Κεντρική σελίδα