ΤΟ    ΑΔΙΚΟ   ΑΙΜΑ  
     ΚΑΙ   Η   ΕΥΧΗ   ΤΗΣ   ΜΑΝΑΣ........!

          

 

 Πάρα πολλές οι  τραγικές περιπτώσεις,  μέσα  στην  πληθώρα  των  γεγονότων  του Βαλτετσίου,  εκείνο το μαύρο χρόνο του 1944, που αναφέρονται στο βιβλίο  του Κώστα Αθ. Σαραντόπουλου,  «  ΒΑΛΤΕΤΣΙ 1944 – ΜΑΡΤΥΡΙΑ».

           Απ όλες αυτές  διαλέξαμε   δύο  που έχουν  περισσότερη σχέση  με την Τροιζηνία, το  Γαλατά   και τον Πόρο  και τις αναδημοσιεύουμε  ασχολίαστες. Αργότερα  μάλλον θα αναφερθούμε  και σε άλλες  που θα έχουν σχέση με την Τροιζηνία:

« 3. Η περίπτωση  της Μαρίτσας  Γεωργίου Κοκκάλα.

  Θα  αναφέρουμε  και την περιπέτεια  της γυναίκας αυτής, γιατί είναι ενδεικτική  και αποκαλυπτική  των όσων υπέστησαν, τηρουμένων των αναλογιών, όλοι οι κρατούμενοι.

            Ο Γεώργιος Κοκκάλας  σε μεγάλη ηλικία

   Η Μαρίτσα, 25 ετών τότε, καταγόταν από το χωριό Μεθύδριο Γορτυνίας, το γένος Αναστοπούλου  (ή Μπλέκα), και είχε παντρευτεί  στο  Βαλτέτσι από το 1940 τον Γιώργη Κοκκάλα. Και ίχαν αποκτήσει  ένα αγοράκι, τον Κώστα, που  το 1944  ήταν τριών ετών. Ο άντρας της Γιώργης  είχε πάρει όπλο και ήταν με τη διμοιρία  στον Ταϋγετο. Όταν η Μαρίτσα αιχμαλωτίστηκε ήταν  έγκυος στον 7ο μήνα.

      Μεταφέρθηκε  με τον μικρό Κώστα  στην αγκαλιά της, μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους στη Στεμνίτσα –Δημητσάνα, όπου έγινε ο χωρισμός των ομήρων σε ομάδες και η αποστολή τους σε στρατόπεδα ανταρτών. Ο αδελφός της Γιάννης Αναστόπουλος  κατέβαλε μεγάλη  προσπάθεια  να κρατήσει την αδελφή του με το μικρό της  στο Μεθύδριο, αλλά δεν το πέτυχε. Του επέτρεψαν να πάρει μόνο το  τρίχρονο αγοράκι Κώστα. Η Μαρίτσα είχε την  ατυχία να τοποθετηθεί στην ομάδα  που προοριζόταν για το στρατόπεδο της ορεινής Κορινθίας (Φενεού). Ο αδελφός της συνέχισε  τις προσπάθειές του  να ελευθερώσει τη Μαρίτσα. Εκανε μαζί με τα άλλα  αδέλφια  του το παν για να τη σώσει.  Επεισαν όλους  τους κατοίκους του χωριού της να υπογράψουν μια έκκληση προς τον στρατοπεδάρχη ν΄αφήσει την έγκυο Μαρίτσα να γυρίσει στο Μεθύδριο  με τη διαβεβαίωση ότι δεν είναι εναντίον του ΕΑΜ. Ο Γιάννης έχοντας το χαρτί  με τις υπογραφές πήγε στο χωριό Γκιόζα, όπου είχαν μεταφερθεί οι όμηροι και δούλευαν   σκληρά  για τους υπεύθυνους του ΕΑΜ του χωριού. Εκεί παρουσιάστηκε  στον στρατοπεδάρχη έχοντας μαζί του το αίτημα των  συγχωριανών του  με τις υπογραφές τους. Εκείνος όμως το απέρριψε με το αιτιολογικό ότι δεν είχε υπογράψει ο υπεύθυνος του ΕΑΜ Μεθυδρίου.

     Στην ιδιαίτερη  συνάντηση  που είχε η Μαρίτσα με τον αδελφό  της  στη Γκιόζα, του αποκάλυψε ότι σκέπτεται να δραπετεύσει:

-« Από  εδώ που μας έχουν φέρει μπορώ να φύγω. Ξέρω τα μονοπάτια. Σιγά-σιγά  θα πάω στην Τρίπολη. Αν μείνω εδώ θα μας σκοτώσουν όλους» είπε η Μαρίτσα.

    Ο Γιάννης την αποθάρρυνε. Φοβήθηκε όχι τόσο για τον εαυτό του, αλλά για όλους  εκείνους στο χωριό που είχαν υπογράψει το αίτημα για την απελευθέρωσή της. Εξ άλλου δεν πίστευε ότι θα εκτελούσαν  μια έγκυο  γυναίκα.

- « Μαρίτσα, της απάντησε, αν  έφευγες πριν έρθω εδώ, δεν θα γινόταν τίποτα. Αν όμως φύγεις τώρα, δεν θα προλάβω  να πάω στο χωριό  και θα μας ξεσηκώσουν όλους».

-« Αφού είναι έτσι, καλύτερα να πεθάνω εγώ, Γιάννη, παρά να πάθετε κακό όλοι σας. Να ξέρεις όμως ότι είναι  η τελευταία φορά που  βλεπόμαστε. Θα μας πάνε στο Μοναστήρι…..».

     Εκεί τα δυο αδέλφια αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν πολύ.  Η Μαρίτσα  έβγαλε τα σκουλαρίκια και τη βέρα της και τα έδωσε  στον αδελφό της με την παράκληση   να τα δώσει στο γιο της όταν μεγαλώσει για να την θυμάται. Του είπε ακόμη να προσέχει τον Κώστα  της  και να μην τον ξεχωρίζει από τα δικά του παιδιά γιατί δεν είναι βέβαιο  αν ζει  ο  πατέρας του. (τον Οκτώβριο του 1944 ο Γιάννης  παρέδωσε  στον πατέρα του, που είχε επιστρέψει από τον Ταϋγετο, τον μικρό Κώστα.

   Η ευχή και η επιθυμία της μάνας να προκόψει  το παιδί της έπιασε. Σήμερα ο αποδέκτης των ενθυμίων της μητέρας του, είναι ο Διευθύνων  Σύμβουλος των Ναυπηγείων  Νεωρίου  Σύρου  και Ελευσίνας.

   Η ευχή της μάνας  είναι, μετά τη θεϊκή εύνοια, ο σπουδαιότερος παράγοντας επιτυχίας στη ζωή.

   Από  εκεί σε λίγες  ημέρες η Μαρίτσα μαζί με τους  υπόλοιπους ομήρους  κατέληξε  στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως  του Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου πέρασε τις τελευταίες  ημέρες τις ζωής της  σε συνθήκες απάνθρωπες, όπως όλοι  οι έγκλειστοι εκεί».

 

  "  ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥΝ   ΚΑΙ  ΟΙ ΔΥΟ"

          Η  περίπτωση της Παναγιώτας Ηλία   Μπίσσια

    Μια  άλλη ενδιαφέρουσα  περίπτωση, είναι  εκείνη  της Παναγιώτας  Ηλία Μπίσσια, που σήμερα ζει  στα  Μπισσέϊκα -  Τσελεβίνια  -  της  Τροιζηνίας, και ο  γιος της Ηλίας  έχει  το περίπτερο  στη μεγάλη σκάλα  του Γαλατά.

    Σύμφωνα με όσα αναφέρει   ο Κώστας  Αθ. Σαραντόπουλος στο βιβλίο του  «Βαλτέτσι 1944 – Μαρτυρία –( Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ,2003) σελίδες  139, 140, 142, 281   και 282:

      Η   Παναγιώτα ήταν  κόρη  της  Ελένης ( Λέκως)  Παναγιώτη Ράμμου. Η Ελένη  ήταν το γένος Ηλία Πλατανίτη , αδελφή της Χρυσούλαινας και του Γεωργίου   Πλατανίτη  από την Τρίπολη.

      Ο πρώτος γάμος της Ελένης με το Θοδωράκη  Μέλλο ήταν άτυχος. Ο άνδρας  της   πέθανε πολύ νέος  και άφησε  ορφανά  τα δυο μικρά του παιδιά, το Γιώργο και την Παναγιώτα. Κατόπιν η Ελένη  παντρεύτηκε  τον Παναγιώτη   Ράμμο, έναν  καλό και έντιμο Βαλτετσιώτη   κτηνοτρόφο.

     Η κόρη της  Παναγιώτα  Μέλλου – Ράμμου, παντρεύτηκε  το  1943  τον  Ηλία Μπίσσια,  γιο   του Παναγιώτη Μπίσσια  (Μπισσοπότη) που   θεωρήθηκε πολύ επιτυχής.  Το ζευγάρι ήταν ταιριαστό και πολύ όμορφο. Ηταν ο μεγαλύτερος παραδοσιακός   και μεγαλοπρεπής γάμος που έγινε στο Βαλτέτσι  κατά  την   Κατοχή.  Κράτησε τρεις ημέρες.  Από τότε το χωριό  δεν έχει δει τέτοιο γάμο.

     Στις  18  Μαϊου του 1944  η   Παναγιώτα, παρά την απαγόρευση  που είχαν επιβάλει  οι αντάρτες  να μη βγαίνει  κανείς από το  Βαλτέτσι, πήγε με τη μάνα της  Ελένη στην Τρίπολη,  για να πάει στο γιατρό  το τριών μηνών άρρωστο κοριτσάκι της, τη Γεωργία, αλλά και για να αγοράσουν  τα αναγκαία τρόφιμα.

    Όταν   οι   δυο  γυναίκες  γύρισαν  στο χωριό, ο υπεύθυνος των ανταρτών στο Βαλτέτσι  Φώτης Γατσόπουλος, ρώτησε  το  νεαρό Γιώργο Α.  Σαραντόπουλο, που φύλαγε με το ζόρι σκοπός εκείνη  την ημέρα, αν πράγματι   οι  δυο γυναίκες είχαν πάει στην  Τρίπολη.

    Το πράγμα ήταν  ολοφάνερο, αφού και ο ίδιος  ο Γατσόπουλος  τις είχε δει να έρχονται  από την πόλη. Ετσι ο σκοπός δεν μπορούσε  να το διαψεύσει. Ο Γατσόπουλος εξοργίστηκε.  Γιατί  πολλές γυναίκες  του   είχαν ζητήσει άδεια  να πάνε στην Τρίπολη, αλλά  αυτός δεν τους έδωσε. Εγιναν  διαμαρτυρίες αλλά  ο ΕΑΜίτης, παρ ότι ήξερε αυτές τις  ανάγκες  δεν ήθελε να τις  παραδεχτεί. Ετσι βρήκε την ευκαιρία  να ξεσπάσει. Κι έκανε κάτι το απίστευτο. Εδωσε εντολή  στους    Γιάννη Ν. Ρούσο  και Κώστα Π. Τζαβάρα, που τους είχαν  διορίσει πολιτοφύλακες, να εκτελέσουν  την   Ελένη Π. Ράμμου και τη  κόρη της  Παναγιώτα Ηλία  Μπίσσια.

      Ο Ρούσσος  που ήταν ανεξάρτητο πνεύμα και θαρραλέος, ποτέ δεν δίσταζε  να πει εκείνο που είχε στο νου  του. Πίστευε, όπως   όλοι οι χωρικοί, ότι ήταν τελείως παράλογο  να εκτελεστούν οι δυο γυναίκες γιατί πήγαν στην πόλη. Λογομάχησε με το Γατσόπουλο και σε πολύ οργισμένο  τόνο   του  είπε:

-- « Είμαστε στα καλά μας; Εδώ λέμε να ελευθερώσουμε την Ελλάδα    και συ μας ζητάς να σκοτώσουμε τις γυναίκες μας;  Τι σόϊ  απελευθερωτικό αγώνα κάνουμε;   Τους  Γερμανούς ή τους Ελληνες θα σκοτώνουμε   τώρα; Τι κακό  έκαναν  οι γυναίκες  που πήγαν  το μωρό στο γιατρό  και να φέρουν αλεύρι  στο  σπίτι τους;».

     Ο Γατσόπουλος  έγινε θηρίο. Αλλά μπροστά   στη γενική  αλληλεγγύη  των Βαλτετσιωτών   δεν   επέμεινε.

     Επανήλθε  όμως  μετά δυο- τρεις  μέρες, και έδωσε  νέα εντολή στον Ρούσσο – που στο μεταξύ είχε  οριστεί υπεύθυνος  της πολιτοφυλακής- να τις εκτελέσει. Τότε ο  Ρούσσος  παρουσία  πολλών  του απάντησε:

---« Εγώ μολονότι δεν τα έχω καλά με αυτή την οικογένεια, αρνούμαι  να τις εκτελέσω. Θέλεις να σκοτώσεις εμένα;  Σκότωσέ με.   Αν  θέλεις πήγαινε να τις εκτελέσεις εσύ…».

   Και πρόσφερε   στο Γατσόπουλο   το πιστόλι του. Ο Γατσόπουλος τον κοίταξε  απειλητικά αλλά  δεν το πήρε.  Εγινε  μεγάλη φασαρία  από τους παριστάμενους, και το θέμα συζητιόταν  για πολλές μέρες. Όμως τελικά η εντολή του Γατσόπουλου δεν  εκτελέστηκε.

   Όταν  το   ξημέρωμα  της 15ης  Ιουνίου  1944,  έγινε η μάχη   του Βαλτετσίου – μεταξύ ανταρτών  και Βαλτετσιωτών   κι οι αντάρτες έκαψαν το χωριό, ο έφηβος  Πέτρος Λυμπερόπουλος,  με τα παπούτσια στο χέρι – όπως αφηγήθηκε  ο ίδιος – έτρεξε να κρυφτεί  στο κατώι  του  σπιτιού  του Παναγιώτη Μπίσσια (Μπισσοπότη).  Στο σπίτι αυτό  έμενε  και ο Ηλίας με τη γυναίκα του  Παναγιώτα, και το τεσσάρων μηνών τώρα κοριτσάκι τους, τη Γεωργία.

    Σαν έφτασαν οι αντάρτες στο σπίτι « Μπισσοπότη» , πυροβολούσαν ασταμάτητα, και κείνος  ανέβηκε από τον καταρράκτη  στο   πάνω πάτωμα. Αλλά εκεί αντίκρισε ένα τρομακτικό θέαμα:

     Το  « Μπισσοπότη»  ξαπλωμένο στο πάτωμα νεκρό και δίπλα του βαριά τραυματισμένη  τη   γρια γυναίκα  του Παναγιώτα, που βογκούσε από τους πόνους.  Ο Πέτρος  πατώντας  ξυπόλητος  μέσα   στα αίματα,  προσπάθησε να   τη   βοηθήσει, μιας κι ήταν ακόμα ζωντανή.    Αλλά δε μπόρεσε να κάνει τίποτα.

     Την  Παναγιώτα, τη γυναίκα  του Ηλία  - που κείνη την ώρα πολεμούσε σε κάποιο  σημείο  του χωριού -  την είχαν συλλάβει  και την κρατούσαν έξω  από το σπίτι.  Αλλά δεν την άφηναν να πάει να πάρει το μωρό της  που ήταν  στη  νάκα, μέσα στο σπίτι.   Τη στιγμή που ετοιμάζονταν  να βάλουν  φωτιά  στο σπίτι,  ένας  από τους αντάρτες    είπε στην Παναγιώτα,  ότι    ήταν    ο κλαριτζής  που είχε παίξει στο γάμο της. Και της επέτρεψε να πάρει το   νήπιο κοριτσάκι της που έκλαιγε ασταμάτητα. Το μωρό   το πήρε ο Πέτρος. Κατόπιν  έβαλαν φωτιά στο σπίτι και το  αποτέφρωσαν μαζί με  το γέρικο  ζευγάρι.

    Οι αντάρτες συγκέντρωσαν    τους κρατούμενους  στην αυλή του σπιτιού. Ανάμεσα σ αυτούς  και η Παναγιώτα με δεμένα τα χέρια. Τους  πήγαν  στα  Πάνω  Αλώνια. Ο Πέτρος  κρατούσε το μωρό.

    Όμως εκεί  έλυσαν τα χέρια της Παναγιώτας   και  πήρε το παιδί  της. Τότε εκεί έφεραν έναν  αντάρτη τραυματισμένο. Ασχολήθηκαν μ αυτόν κι έδιωξαν  τους άλλους.

    Πολύ αργότερα, η Παναγιώτα  ήταν έγκυος  όταν ο   άντρας της Ηλίας  πήγε  να πολεμήσει  στο Γράμμο  , κατά το συμμοριτοπόλεμο  ή εμφύλιο. Εκεί   ο Ηλίας χάθηκε. Και  η Παναγιώτα  έδωσε  το όνομά του στο  γιο που γέννησε: Ηλίας…./ΠΗΓΗ  το  βοβλίο  του   γιατρου   ΚΑΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ   ΑΘ.ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΒΑΛΤΕΤΣΙ.

 ****  Η Παναγιώτα  απεβίωσε  στο  Γαλατά  την    15-8-2011  τς   Παναγίας   στη  γιορτή  της.   σε ηλικία  90 ετών.

 

© ΤΡΟΙΖΗΝΙΑ- KOUTOUZIS.GR  Αναδημοσίευση  επιτρέπεται μόνο με αναφορά στην πηγή  www.koutouzis.gr .

 

Αρχή σελίδας

 

   ΚΕΝΤΡΙΚΗ  ΣΕΛΙΔΑ