Από τη Σχολή Ευελπίδων, στη Σχολή Δοκίμων

 

 

      Το Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου  1828, ο τότε Κυβερνήτης της Ελλάδας  Ιωάννης Καποδίστριας υπέγραψε το διάταγμα  σύστασης  του  Λόχου Γυμνάσεως με το όνομα Λόχος των Ευελπίδων, πρόδρομο  της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων,  με έδρα το Ναύπλιο.

 

    Το 1834  λόγω του ότι το   κτίριο ήταν ακατάλληλο ο Λόχος μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο κτίριο όπου αργότερα στεγάστηκαν οι φυλακές.

 

 

              Η Σχολή Ευελπίδων  στο Ναύπλιο                                στην Αίγινα  

     Με την εγκατάσταση της Σχολής στην Αίγινα, παραχωρήθηκαν 15 από τις 140 θέσεις (που προέβλεπε ο Οργανισμός του 1834) σε μαθητές που μετά την αποφοίτησή τους θα υπηρετούσαν ως Αξιωματικοί του Στόλου. Ο θεσμός αυτός ίσχυσε μέχρι το 1844 που ιδρύθηκε το Ναυτικό Παιδευτήριο στην κορβέτα Λουδοβίκος. Το οποίο υπήρξε ο πρόδρομος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Την περίοδο που η Σχολή έμεινε στην Αίγινα ο αριθμός των μαθητών δεν ξεπέρασε τους 80, παρότι ο Οργανισμός προέβλεπε 140.

     Από έκθεση του Στρατηγού Πίζα που επιθεώρησε τη Σχολή το Νοέμβριο του 1836, φαίνεται ότι η πειθαρχία ήταν πολύ καλή, το συσσίτιο πλουσιοπάροχο, αλλά ο ιματισμός και η υπόδηση σε κακή κατάσταση.

      Μετά τη μεταφορά της Κυβέρνησης στην Αθήνα, γεννήθηκε η σκέψη να μεταφερθεί η Σχολή στην Αθήνα.

   

    Η  σχολή στον  Πειραιά  στο  μέγαρο Φεράλδη                       Ευέλπιδες στη Σχολή 1900

       Η έλλειψη όμως κατάλληλου κτηρίου και η ανάγκη να βρίσκονται οι ναυτικοί Ευέλπιδες κοντά στη θάλασσα, τους υποχρέωσε, ώστε τον Αύγουστο του 1837 να μεταφερθεί η Σχολή στο μέγαρο του έμπορου Φεράλδη στον Πειραιά, κοντά στο σημερινό ταχυδρομείο.

       Τα τελευταία χρόνια της διοικήσεως του Ράινεκ παρουσιάζεται σοβαρή χαλάρωση στην εκπαίδευση και την πειθαρχία.

       Στις 8 Φεβρουαρίου 1840 ο Ράινεκ αντικαταστάθηκε στη διοίκηση της Σχολής από τον Αντισυνταγματάρχη Σπυρομήλιο. Η διοίκηση του Σπυρομήλιου απετέλεσε σταθμό για την περίοδο εκείνη. Αυστηρός και δίκαιος, προσπάθησε να μορφώσει όχι μόνο το πνεύμα, αλλά και το χαρακτήρα των Ευελπίδων.

       Προσπάθησε με ποινές και νουθεσίες να εξαλείψει την αντιστρατιωτική αρχή της μη αναφοράς κάθε συμμαθητή που έκανε σοβαρά παραπτώματα, ενώ για την καλύτερη εμπέδωση της πειθαρχίας πέτυχε να αυξηθεί, ο χρόνος φοιτήσεως τους σε έξι χρόνια.

      Για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1840 οι προαγωγικές εξετάσεις έγιναν γραπτώς, καθιερώθηκε η εκλογή των θεμάτων τον εξετάσεων με κλήρο και λίγο αργότερα καθιερώθηκε η απονομή δώρων στους μαθητές που αρίστευαν.

      Το 1841 εφαρμόστηκε ο πρώτος κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας των Ευελπίδων που είχε συντάξει με εξαιρετική επιμέλεια ο ίδιος ο Σπυρομήλιος.  

      Έξοδος  στον Πειραιά και αλλού επιτρεπόταν μια φορά το μήνα και με την επιστροφή τους από την έξοδο, οι Ευέλπιδες έπρεπε να φέρουν στη Σχολή σημείωμα του γονέα ή κηδεμόνα τους για τη διαγωγή τους κατά την έξοδο. Απαγορευόταν στους Ευέλπιδες να μπαίνουν σε καφενείο, να καπνίζουν, να διαβάζουν εφημερίδες, να παίζουν χαρτιά και να ρίχνουν πυροτεχνήματα.

        Ετσι κάποια καταστήματα του Πειραιά εστερούντο τέτοιας πελατείας.

       Η διοίκηση του Σπυρομήλιου χαρακτηρίζεται για την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής και την υποδειγματική πειθαρχία που βασιζόταν στο αίσθημα του καθήκοντος και όχι στον φόβο της τιμωρίας.

       Μετά την αποχώρηση του Σπυρομήλιου, τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Γ. Καρατζάς που έμεινε μέχρι το 1862, με εξαίρεση τα χρόνια από τον Μάρτιο του 1855 μέχρι τον Ιούλιο του 1856 που ο Καρατζάς ανέλαβε Αρχηγός της Χωροφυλακής και την προσωρινή διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Σταυρίδης. Τον Καρατζά διαδέχθηκε στη διοίκηση της Σχολής ο Υποδιοικητής της Β. Πετμεζάς και τον Δεκέμβριο του 1863 ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Β. Σαπουντζάκης, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το 1869. Τον Φεβρουάριο του 1864 καθιερώθηκε νέα στολή των Ευελπίδων με τα βυζαντινά χρώματα, που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα, το βαθύ μπλε και το κίτρινο.

      Το 1866 δημοσιεύθηκε νέος Οργανισμός της Σχολής. Με τον νέο Οργανισμό, εισάγονταν στη Σχολή απόφοιτοι της Γ' τάξεως γυμνασίου και η διδασκαλία διαιρέθηκε σε γενική προπαιδευτική, διάρκειας τριών χρόνων, και σε ειδική, δύο χρόνων. Με τον Οργανισμό καθοριζόταν ότι για να θεωρηθεί κατατάξιμος στο Στρατό κάποιος απόφοιτος έπρεπε να πάρει από έναν συγκεκριμένο βαθμό και πάνω σε κάθε ειδικό μάθημα και να συγκεντρώνει μέσο όρο πάνω από έναν καθορισμένο βαθμό σε όλα τα μαθήματα. Για λόγους μείωσης των δαπανών μπορούσε να ανατεθεί η διδασκαλία των μαθημάτων και σε Αξιωματικούς που υπηρετούσαν σε άλλες θέσεις του Στρατού.

     Από τον Ιούλιο του 1867 μέχρι τον Ιανουάριο του 1868 τα μαθήματα διακόπηκαν μέχρι να δημοσιευθεί ο νέος Οργανισμός.

    Από το 1869 μέχρι το 1881 διοικητής της Σχολής διετέλεσε ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Χ. Ζυμβρακάκης που ήταν απόφοιτος της Σχολής του 1832. Στο διάστημα της διοικήσεως της Σχολής από τον Ζυμβρακάκη έγιναν σημαντικά βήματα.

     Το 1870 δημοσιεύθηκε ο νέος Οργανισμός με τον οποίο αυξήθηκε η φοίτηση σε επτά χρόνια και δεκτοί γίνονταν, απόφοιτοι τουλάχιστον Σχολαρχείου, ηλικίας 14 έως 16 χρόνων. Η εκπαίδευση χωρίστηκε σε δύο περιόδους: τη θεωρητική, διάρκειας πέντε χρόνων (διδάσκονταν οι φυσικομαθηματικές επιστήμες) και το τμήμα εφαρμογής, διάρκειας δύο χρόνων (διδάσκονταν στρατιωτικά μαθήματα). Ο αριθμός των Ευελπίδων καθορίστηκε σε σαράντα για κάθε τάξη. Μπορούσαν όμως να εισαχθούν περισσότεροι και μετά την αποφοίτηση τους από το θεωρητικό τμήμα ονομάζονταν πολιτικοί μηχανικοί, γεωμέτρες ή έπαιρναν το δίπλωμα του καθηγητή.

     Η εκπαίδευση των πολιτικών μηχανικών στη Σχολή γινόταν μέχρι το 1887, όταν την εκπαίδευση τους ανέλαβε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η προσφορά της Σχολής στην τεχνική ανάπτυξη της χώρας και την κατασκευή όλων σχεδόν των δημοσίων έργων και πολλών ιδιωτικών ήταν μεγάλη.

       Με τον Οργανισμό καθιερώνεται και η εκπαίδευση στη Σχολή των μελλοντικών Αξιωματικών του Ναυτικού, μέτρο που ίσχυσε από το 1834 έως το 1846, Η φοίτηση Αξιωματικών του Ναυτικού στη Σχολή συνεχίστηκε μέχρι το 1884, οπότε άρχισε να λειτουργεί η Σχολή Δοκίμων στο πολεμικό πλοίο ΕΛΛΑΣ έως το 1905 και κατόπιν στη σημερινή της θέση στον Πειραιά.

       Αφότου εφαρμόστηκε ο Οργανισμός του 1870 η Σχολή Ευελπίδων έφερε την εκπαίδευση της σε υψηλότερο επίπεδο, αλλά άρχισε να γίνεται δυσπρόσιτη για τους πολλούς εξαιτίας της μακράς και επίπονης φοιτήσεως, αλλά και λόγω των υπερβολικών διδάκτρων που πλήρωναν οι μαθητές. Αρκεί να αναφερθεί ότι οι Ευέλπιδες πλήρωναν 1500 έως 2000 χρυσές  δραχμές τον χρόνο ως δίδακτρα. Όλοι όμως οι απόφοιτοι της Σχολής μορφώνονταν με εξαιρετική φροντίδα, γιατί οι μαθητές ήταν λίγοι και υπήρχε υψηλό επίπεδο πειθαρχίας.

      Όσο όμως και αν ανέβηκε το επίπεδο της Σχολής με την εφαρμογή του Οργανισμού του 1870, δεν πέτυχε εκείνο που ο νέος διοικητής και παλιός απόφοιτος της Πάνος Κολοκοτρώνης κατόρθωσε. Ο Πάνος ήταν γιος του Γέρου του Μωριά, και είχε πάρει το όνομα του δολοφονηθέντος ετεροθαλούς αδελφού του.Η διοίκηση του κράτησε από τον Ιούλιο του 1881 μέχρι τον Ιούλιο του 1885. Ο Κολοκοτρώνης όχι μόνον συνέχισε την αναδιοργάνωση της Σχολής με βάση το επιστημονικό πρόγραμμα του προκατόχου του Ζυμβρακάκη. αλλά με την αυστηρή πειθαρχία που επέβαλε, τον ζήλο και τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, κατόρθωσε να βελτιώσει τη λειτουργία της Σχολής, ώστε δικαιολογημένα η εποχή του να θεωρείται ως μία από τις καλύτερες της Σχολής.

      Στο έργο της αναδιοργάνωσης της Σχολής βοήθησε και η αναδημιουργική περίοδος (1882 - 1885) για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατού. Καθιερώθηκε τότε για πρώτη φορά η υποχρεωτική θητεία, με αποτέλεσμα να τριπλασιαστεί - σε ειρηνική περίοδο - η δύναμη του στρατού και να φθάσει στις 30,000.

      Απαγορεύθηκε στους Αξιωματικούς να πολιτεύονται, λειτουργούσαν Σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και προσκλήθηκε γαλλική οργανωτική αποστολή.   

       Ιδρύθηκε η Σχολή Υπαξιωματικών στην οποία φοιτούσαν (κατόπιν εξετάσεων) υπαξιωματικοί του στρατού και μετά από σπουδές 2 χρόνων (αργότερα έγιναν 3 χρόνια) κατατάσσονταν ως Ανθυπολοχαγοί στο Πεζικό και το Ιππικό.

        Τον Ιούλιο του 1882 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νέος Οργανισμός που είχε γίνει από τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Η επιτυχία του Οργανισμού ήταν τέτοια που λειτούργησε χωρίς τροποποίηση μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους και αποτέλεσε τη βάση για τη σύνταξη και άλλων Οργανισμών αργότερα.

        Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου Οργανισμού ήταν ότι προέβλεπε εισαγωγή στη Σχολή, με αυστηρές εξετάσεις, μόνον αποφοίτων Γυμνασίου. Έτσι καταργήθηκαν πολλά θεωρητικά μαθήματα στοιχειώδους εκπαιδεύσεως και ελαττώθηκε ο χρόνος φοιτήσεως στη Σχολή από επτά σε πέντε χρόνια. Ταυτόχρονα προστέθηκαν ανώτερα Μαθηματικά και ανέβηκε η στάθμη του εκπαιδευτικού προγράμματος. Οι απόφοιτοι κατατάσσονταν στα διάφορα όπλα με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Με τον νέο Οργανισμό και την πρόβλεψη να εισάγονται στη Σχολή μόνον απόφοιτοι Γυμνασίου (μεγαλύτεροι και ωριμότεροι νέοι), απομακρύνονταν λιγότεροι μαθητές προτού τελειώσουν τις σπουδές τους. Έτσι απέφυγε το κράτος να ζημιώνει και οι μαθητές δεν έχαναν τον χρόνο και τα χρήματα που πλήρωναν για δίδακτρα. Από το 1828 έως το 1882 εισήλθαν στη Σχολή 801 μαθητές και αποφοίτησαν ως Αξιωματικοί μόνον 303.

        Η πολυσχιδής δραστηριότητα του Π. Κολοκοτρώνη αποτέλεσε χαρακτηριστικό σταθμό της Σχολής γιατί δημιουργήθηκαν παραδόσεις, ενισχύθηκαν οι ρίζες και συντελέστηκε η πλήρης διαμόρφωση της Σιρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Εμπλουτίστηκε η Βιβλιοθήκη, λειτούργησαν τοπογραφικές και λιθογραφικές εγκαταστάσεις και αναδιοργανώθηκαν το Χημείο και τα Μουσεία Φυσικής και Πυροβολικού (των οποίων η λειτουργία είχε αρχίσει πολύ παλιότερα).

       Τον Ιούλιο του 1885 τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού και παλιός απόφοιτος της  Μάνος Θρασύβουλος, ένας από τους ικανότερους αξιωματικούς της εποχής του. Διοίκησε τη Σχολή μέχρι το 1894 και συνέχισε με επιτυχία το δημιουργικό έργο του προκατόχου του.

 

Οδός Φίλωνος, 1897, ιδεώδης τόπος ρομαντικού περιπάτου. Λίγο πιο  πέρα  η Σχολή Ευελπίδων, κοντά στο Ταχυδρομείο.(Υδατογραφία Μ. Δημόκα).

 

       Οι βελτιώσεις που έγιναν στη Σχολή και η προσθήκη νέων υπηρεσιών και εγκαταστάσεων είχαν ως αποτέλεσμα να γίνει ο μηχανισμός της πολυσύνθετος και οι εγκαταστάσεις του Πειραιά να μην μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της.    Επιπλέον, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να παραμείνει η Σχολή στον Πειραιά, αφού είχε σταματήσει να εκπαιδεύει τους μελλοντικούς αξιωματικούς του Ναυτικού. Στην κατάλληλη ώρα έφθασε η μεγάλη δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ, χάρη στην οποία εξασφαλίστηκαν τα χρήματα που χρειάζονταν για την ανέγερση, στο Πεδίο του Άρεως, του συγκροτήματος των κτηρίων που στέγασαν τη Σχολή από το 1894 έως το 1982.

       Στις  10 Σεπτεμβρίου του 1894  μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Οι τότε Ευέλπιδες, με στρατιωτική πομπή και παρέλαση, μετακόμισαν στο νέο τους σπίτι, αφού είχαν γράψει  μια  λαμπρή  πενηνταεπτάχρονη  ιστορία  στην πόλη ρου Πειραιά, και είχαν  συμβάλλει με τον τρόπο τους στη ζωή της.

     Αφού σε κάθε έξοδό τους, οι Ευέλπιδες, έκαναν  τις νεαρές Πειραιωτοπούλες  να καρδιοχτυπούν.

 

 

                                                          ΒΑΣΙΛΗΣ  Π. ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ

                                                                                                     8-12-10

 

ΠΗΓΗ:  http://www.sse.gr

 

 KOUTOUZIS.GR  Αναδημοσίευση  επιτρέπεται μόνο με αναφορά στην πηγή  www.koutouzis.gr

 

 

 

Κεντρική Σελίδα